Γιατί μειώνεται η ερωτική επιθυμία και τι μπορεί να βοηθήσει

Περίληψη

Δεν έχεις πια διάθεση για σεξ; Δες τι μπορεί να επηρεάζει την ερωτική επιθυμία, πότε χρειάζεται διερεύνηση και πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία.

«Γιατί δεν έχω πια όρεξη για σεξ;»

Η ερωτική επιθυμία μπορεί να μειωθεί ξαφνικά ή σταδιακά. Η αλλαγή αυτή συχνά γεννά ανησυχία, ιδιαίτερα όταν επηρεάζει μια σχέση. Δεν έχει όμως μία αιτία ούτε σημαίνει αυτομάτως ότι υπάρχει σεξουαλική δυσλειτουργία.

«Μήπως κάτι δεν πάει καλά με εμένα;»
«Μήπως δεν με ελκύει πια ο σύντροφός μου;»
«Αφού τον/την αγαπώ, γιατί δεν θέλω να κάνουμε σεξ;»
«Γιατί παλιότερα είχα επιθυμία και τώρα όχι;»

Οι ερωτήσεις αυτές δεν έχουν πάντα την ίδια απάντηση. Η επιθυμία επηρεάζεται από το σώμα, την ψυχική κατάσταση, τις εμπειρίες, τη σχέση και τις συνθήκες της καθημερινότητας. Για να καταλάβουμε τι συμβαίνει, χρειάζεται να δούμε πώς λειτουργεί για τον συγκεκριμένο άνθρωπο και τι έχει αλλάξει.

Η ερωτική επιθυμία δεν είναι σταθερή

Συχνά θεωρούμε ότι, όταν όλα πηγαίνουν καλά, η διάθεση για σεξ πρέπει να εμφανίζεται σταθερά και αυθόρμητα.

Στην πραγματικότητα, η ερωτική επιθυμία μπορεί να μεταβάλλεται σημαντικά όχι μόνο από άνθρωπο σε άνθρωπο, αλλά και στον ίδιο άνθρωπο σε διαφορετικές περιόδους της ζωής του.

Το στρες, ο ύπνος, η υγεία, ορισμένα φάρμακα, η εικόνα σώματος και η ποιότητα της σχέσης μπορούν να την επηρεάσουν. Μετρά επίσης το αν κάποιος αισθάνεται ασφαλής και ελεύθερος να επιλέξει μέσα σε μια ερωτική επαφή.

Επομένως, μια περίοδος μειωμένης επιθυμίας δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη σεξουαλικής διαταραχής.

Η συχνότητα από μόνη της δεν αρκεί για να καταλάβουμε αν υπάρχει δυσκολία. Έχει μεγαλύτερη σημασία τι έχει αλλάξει για το ίδιο το άτομο, αν το δυσκολεύει και σε ποιες συνθήκες εμφανίζεται η επιθυμία του.

«Δεν έχω επιθυμία» δεν σημαίνει πάντα το ίδιο πράγμα

Όταν κάποιος λέει «δεν έχω όρεξη για σεξ», μπορεί να περιγράφει πολύ διαφορετικές εμπειρίες.

Μπορεί, για παράδειγμα, να μη σκέφτεται σχεδόν ποτέ αυθόρμητα το σεξ και να μην αισθάνεται την παρόρμηση να ξεκινήσει μια ερωτική επαφή. Μπορεί όμως, όταν υπάρξει ένα κατάλληλο ερωτικό ερέθισμα ή ξεκινήσει η σωματική εγγύτητα, να εμφανίζονται σταδιακά διέγερση και επιθυμία.

Σε μια άλλη περίπτωση, η επιθυμία μπορεί να υπάρχει: το άτομο θέλει να έχει σεξουαλική επαφή, αλλά κάτι το αναστέλλει. Μπορεί να φοβάται ότι θα πονέσει, να ανησυχεί για τη στύση ή τον οργασμό, να αισθάνεται άβολα με το σώμα του ή να παρακολουθεί διαρκώς τον εαυτό του κατά τη διάρκεια της επαφής. Τότε αυτό που εξωτερικά μοιάζει με «έλλειψη επιθυμίας» μπορεί στην πραγματικότητα να περιλαμβάνει επιθυμία μαζί με φόβο, άγχος ή αποφυγή.

Υπάρχουν επίσης άνθρωποι που αισθάνονται σεξουαλική επιθυμία, αλλά όχι προς τον συγκεκριμένο σύντροφο ή όχι μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες της σχέσης. Άλλοι μπορεί να έχουν σεξουαλικές σκέψεις και φαντασιώσεις, αλλά να μη θέλουν να περάσουν από τη φαντασίωση στην πραγματική επαφή.

Γι’ αυτό είναι χρήσιμο να ξεχωρίζουμε την επιθυμία, τη διέγερση και τη σεξουαλική συμπεριφορά. Συνδέονται μεταξύ τους, αλλά δεν ταυτίζονται.

Το γεγονός ότι κάποιος δεν ξεκινά συχνά σεξ δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι δεν έχει επιθυμία. Αντίστοιχα, η σωματική διέγερση δεν σημαίνει υποχρεωτικά ότι υπάρχει υποκειμενική επιθυμία για σεξ ή ότι το άτομο επιθυμεί να συνεχίσει την επαφή.

Η επιθυμία δεν χρειάζεται πάντα να έρχεται πρώτη

Δεν υπάρχει υποχρεωτική ακολουθία στην οποία πρώτα εμφανίζεται η επιθυμία και έπειτα η διέγερση ή η ερωτική επαφή.

Η επιθυμία μπορεί πράγματι να εμφανιστεί αυθόρμητα: μια σκέψη, μια φαντασίωση, η θέα του συντρόφου ή κάποιο άλλο ερέθισμα δημιουργεί την αίσθηση «θέλω να κάνω σεξ».

Αυτό ονομάζουμε συχνά αυθόρμητη επιθυμία.

Υπάρχει και η ανταποκρινόμενη επιθυμία: κάποιος μπορεί αρχικά να είναι ανοιχτός στην εγγύτητα χωρίς να αισθάνεται έντονη σεξουαλική παρόρμηση. Αν το άγγιγμα και η επαφή είναι ευχάριστα και επιθυμητά, η διέγερση και η επιθυμία ενδέχεται να εμφανιστούν στην πορεία. Αυτό δεν αποτελεί λόγο να συνεχίσει κανείς μια επαφή που δεν θέλει.

Όποιος περιμένει πάντοτε μια έντονη αυθόρμητη παρόρμηση μπορεί να πιστέψει ότι έχει χάσει την επιθυμία του, ενώ ενδέχεται να χρειάζεται διαφορετικές συνθήκες για να την αισθανθεί.

Τι μπορεί να μειώσει την ερωτική επιθυμία

Ένας τρόπος να σκεφτούμε τη σεξουαλική απόκριση είναι η μεταφορά με το «γκάζι» και το «φρένο»: άλλες συνθήκες την ενισχύουν και άλλες την αναστέλλουν.

Το «γκάζι» ενεργοποιείται από ερεθίσματα και συνθήκες που διευκολύνουν τη σεξουαλική διέγερση και την επιθυμία: η έλξη, η σωματική επαφή, οι φαντασιώσεις, η αίσθηση ασφάλειας, η συναισθηματική σύνδεση, η ιδιωτικότητα, το να αισθανόμαστε άνετα με το σώμα μας ή απλώς το κατάλληλο πλαίσιο και η κατάλληλη στιγμή.

Το «φρένο», αντίθετα, ανταποκρίνεται σε ό,τι το άτομο βιώνει ως απειλή, πίεση, κίνδυνο ή λόγο αναστολής: φόβος εγκυμοσύνης ή σεξουαλικώς μεταδιδόμενων λοιμώξεων, πιθανότητα πόνου, άγχος επίδοσης, σύγκρουση στη σχέση, έλλειψη ιδιωτικότητας, αρνητικές σκέψεις για το σώμα ή μια προηγούμενη δυσάρεστη σεξουαλική εμπειρία.

Έτσι, η χαμηλή επιθυμία μπορεί να σχετίζεται τόσο με την απουσία ευχάριστων ερεθισμάτων όσο και με την παρουσία ισχυρών ανασταλτικών παραγόντων.

Όταν το μυαλό είναι συνεχώς απασχολημένο

Το χρόνιο στρες είναι ένας από τους παράγοντες που μπορούν να δυσκολέψουν σημαντικά τη σεξουαλική επιθυμία.

Όταν το μυαλό βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση επίλυσης προβλημάτων —δουλειά, οικονομικές υποχρεώσεις, παιδιά, φροντίδα άλλων ανθρώπων, εκκρεμότητες— μπορεί να είναι δύσκολο να μετακινηθεί σε μια κατάσταση όπου υπάρχει χώρος για ερωτισμό, παιχνίδι και απόλαυση.

Το ίδιο ισχύει και για τη σωματική κόπωση και την έλλειψη ύπνου. Όταν το σώμα χρειάζεται πρωτίστως ξεκούραση, η σεξουαλική δραστηριότητα μπορεί να βιώνεται ως ακόμη μία απαίτηση αντί ως πηγή ευχαρίστησης.

Όταν το σεξ γίνεται κάτι που «πρέπει» να συμβεί

Όταν το σεξ γίνεται υποχρέωση, η πίεση μπορεί να μειώσει την επιθυμία.

«Έχουμε καιρό να κάνουμε σεξ.»
«Θα έπρεπε να το θέλω περισσότερο.»
«Ο σύντροφός μου θα πιστεύει ότι δεν τον θέλω.»
«Πρέπει να προσπαθήσω για να μη δημιουργηθεί πρόβλημα στη σχέση.»

Μερικές φορές κάποιος συναινεί σε μια επαφή για να αποφύγει σύγκρουση ή απογοήτευση, παρότι δεν τη θέλει πραγματικά. Αν αυτό επαναλαμβάνεται, το σεξ μπορεί να συνδεθεί περισσότερο με πίεση παρά με ευχαρίστηση. Η ελευθερία να πει «όχι» χωρίς συνέπειες είναι ουσιαστική.

Η σχέση έχει σημασία — αλλά δεν εξηγεί τα πάντα

Η μειωμένη επιθυμία μπορεί κάποιες φορές να σχετίζεται με τη δυναμική της σχέσης. Άλυτες συγκρούσεις, θυμός, συναισθηματική απόσταση, έλλειψη εμπιστοσύνης ή δυσκολίες στην επικοινωνία μπορούν να επηρεάσουν και τη σεξουαλική επαφή.

Η σχέση με το σώμα μας μπαίνει μαζί μας στην κρεβατοκάμαρα

Η απόλαυση διευκολύνεται όταν μπορούμε να προσέξουμε τι αισθανόμαστε.

Όταν όμως κατά τη διάρκεια της επαφής η προσοχή μεταφέρεται συνεχώς στο πώς φαίνεται το σώμα —«πώς φαίνομαι έτσι;», «μήπως φαίνεται η κοιλιά μου;», «τι σκέφτεται για μένα;»— το άτομο μπορεί να γίνει περισσότερο παρατηρητής του εαυτού του παρά συμμετέχων στην εμπειρία.

Η αυτοπαρατήρηση, η ντροπή και η έντονη αυτοκριτική μπορούν να δυσκολέψουν την εστίαση στα ευχάριστα σωματικά ερεθίσματα και να λειτουργήσουν ως ακόμη ένα «φρένο» στη σεξουαλική απόκριση.

Όταν το σώμα έχει μάθει να περιμένει πόνο ή αποτυχία

Αν η σεξουαλική επαφή έχει συνδεθεί επανειλημμένα με πόνο, δυσκολία στύσης, δυσκολία οργασμού ή άλλη δυσάρεστη εμπειρία, είναι κατανοητό ότι μπορεί σταδιακά να εμφανιστεί άγχος πριν ακόμη ξεκινήσει.

Όταν η επαφή συνδέεται με έλεγχο, φόβο ή αναμονή πόνου, είναι κατανοητό να μειώνεται η επιθυμία για αυτήν. Ο επίμονος πόνος χρειάζεται κατάλληλη αξιολόγηση.

Δεν είναι όλα ψυχολογικά

Η επιθυμία επηρεάζεται επίσης από τη σωματική υγεία.

Ορμονικές μεταβολές, εγκυμοσύνη και περίοδος μετά τον τοκετό, εμμηνόπαυση, διάφορες παθήσεις, χρόνιος πόνος αλλά και ορισμένα φάρμακα μπορούν να επηρεάσουν τη σεξουαλική λειτουργία και την επιθυμία. Για παράδειγμα, σε ορισμένους ανθρώπους η λήψη συγκεκριμένων αντικαταθλιπτικών συνδέεται με αλλαγές στην επιθυμία, τη διέγερση ή τον οργασμό.

Μια απότομη, σημαντική ή επίμονη αλλαγή αξίζει να διερευνηθεί και ιατρικά, ανάλογα με τα συμπτώματα και το ιστορικό. Δεν διακόπτουμε ή αλλάζουμε φαρμακευτική αγωγή χωρίς συνεννόηση με τον θεράποντα επαγγελματία.

Πώς η ανησυχία για την επιθυμία μπορεί να τη συντηρεί

Μια περίοδος χαμηλής επιθυμίας μπορεί να ξεκινήσει από στρες, κούραση ή μια αλλαγή στη ζωή. Μερικές φορές η δυσκολία συνεχίζεται και επειδή το άτομο αρχίζει να ανησυχεί για την ίδια τη μεταβολή.

Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, ότι για ένα διάστημα υπάρχει περισσότερη κούραση και στρες και η επιθυμία μειώνεται.

Αρχικά, αυτό μπορεί να είναι απλώς μια φυσιολογική αντίδραση σε μια απαιτητική περίοδο. Σύντομα όμως μπορεί να εμφανιστούν σκέψεις όπως:

«Γιατί δεν θέλω πια;»
«Κάτι δεν πάει καλά με εμένα.»
«Κανονικά θα έπρεπε να έχω περισσότερη διάθεση.»
«Μήπως δεν με ελκύει πια ο σύντροφός μου;»
«Κι αν αυτό δεν επανέλθει ποτέ;»

Από εκείνη τη στιγμή, η σεξουαλική επαφή μπορεί σταδιακά να πάψει να είναι απλώς μια εμπειρία και να μετατραπεί σε δοκιμασία.

Η προσοχή μετακινείται από την εγγύτητα και τις αισθήσεις στον έλεγχο της σεξουαλικής απόκρισης: «Λειτουργώ όπως πρέπει;»

Ο φαύλος κύκλος της χαμηλής επιθυμίας

Η ανησυχία μπορεί έτσι να συντηρεί έναν κύκλο:

Όταν το άτομο αρχίσει να αποφεύγει και την εγγύτητα, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι χάθηκε η έλξη. Μπορεί να προσπαθεί να αποφύγει την πίεση που αναμένει ότι θα ακολουθήσει.

Αν η εγγύτητα μπορούσε να είναι ασφαλής και χωρίς προσδοκία σεξ, θα υπήρχε περισσότερος χώρος για διαφορετικές εμπειρίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος οφείλει να ανεχθεί ανεπιθύμητη επαφή ή πόνο.

Όταν οι δύο σύντροφοι έχουν διαφορετική ερωτική επιθυμία

Οι σύντροφοι δεν θέλουν πάντα σεξ την ίδια στιγμή ή με την ίδια συχνότητα. Η διαφορά αυτή μπορεί να γίνει δύσκολη, ιδίως όταν ο καθένας της αποδίδει άλλο νόημα.

Το ζήτημα δεν λύνεται βρίσκοντας έναν «σωστό» αριθμό επαφών. Χρειάζεται να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτή η διαφορά για τους δύο ανθρώπους.

Ο σύντροφος που επιθυμεί συχνότερα σεξ μπορεί να βιώνει την απόρριψη ως ένδειξη ότι δεν είναι πλέον επιθυμητός:

«Δεν με θέλει πια.»
«Δεν τον/την ελκύω.»
«Κάτι έχει αλλάξει μεταξύ μας.»

Από την άλλη πλευρά, εκείνος που επιθυμεί λιγότερο μπορεί να αρχίσει να βιώνει κάθε ερωτική προσέγγιση ως απαίτηση:

«Πάλι θα πρέπει να πω όχι.»
«Θα στενοχωρηθεί αν δεν θέλω.»
«Πρέπει να προσπαθήσω περισσότερο.»
«Κάθε φορά που με αγκαλιάζει φοβάμαι ότι περιμένει να κάνουμε σεξ.»

Τότε μπορεί να δημιουργηθεί ένας κύκλος μέσα στη σχέση:

Ο ένας αναζητά επιβεβαίωση μέσω του σεξ, ο άλλος αισθάνεται πίεση και απομακρύνεται· η απομάκρυνση ενισχύει την ανασφάλεια του πρώτου. Η περιγραφή αυτού του κύκλου δεν αποδίδει ευθύνη σε έναν από τους δύο.

Όταν ακόμη και η τρυφερότητα αρχίζει να δημιουργεί πίεση

Μία από τις συνέπειες αυτού του κύκλου είναι ότι μπορεί να χαθεί σταδιακά και η μη σεξουαλική σωματική εγγύτητα.

Αν ένα φιλί, μια αγκαλιά ή ένα χάδι ερμηνεύεται συστηματικά ως πιθανή έναρξη σεξουαλικής επαφής, ο σύντροφος με τη χαμηλότερη επιθυμία μπορεί να αρχίσει να αποφεύγει ακόμη και αυτά.

Το αποτέλεσμα είναι παράδοξο: στην προσπάθεια να προστατευτεί από τη σεξουαλική πίεση, απομακρύνεται και από μορφές εγγύτητας που ενδεχομένως θα μπορούσαν να βοηθήσουν την ερωτική σύνδεση να αναπτυχθεί.

Η άρνηση της επαφής δεν σημαίνει απαραίτητα απόρριψη του συντρόφου

Κάποιος μπορεί να αγαπά και να βρίσκει ελκυστικό τον σύντροφό του χωρίς να επιθυμεί μια συγκεκριμένη ερωτική επαφή. Το «όχι» αφορά αυτή την επαφή και δεν χρειάζεται να ερμηνεύεται αυτομάτως ως έλλειψη αγάπης.

Το δικαίωμα να πει κανείς «όχι» χωρίς φόβο ή ενοχή είναι αναγκαίο ώστε ένα «ναι» να είναι πραγματική επιλογή.

Πώς μπορεί το ζευγάρι να μιλήσει για τη διαφορά στην επιθυμία

Πιο χρήσιμο είναι να συζητήσουν πώς βιώνει ο καθένας την πρωτοβουλία, την άρνηση και τη σωματική εγγύτητα.

Μπορούν να μιλήσουν χωρίς κατηγορία για όσα τους αρέσουν, για όσα τους δυσκολεύουν και για το αν υπάρχει χώρος για τρυφερότητα που δεν χρειάζεται να οδηγήσει σε σεξ. Η συζήτηση αυτή δεν δημιουργεί υποχρέωση για επαφή.

Πότε η χαμηλή ερωτική επιθυμία χρειάζεται αξιολόγηση

Η επιθυμία μεταβάλλεται και δεν υπάρχει μία «σωστή» συχνότητα. Μια επίμονη απουσία ή σημαντική μείωσή της, ωστόσο, μπορεί να αποτελεί ουσιαστική δυσκολία.

Το ότι κάποιος θέλει σεξ λιγότερο συχνά από τον σύντροφό του ή σκέφτεται λιγότερο το σεξ δεν αρκεί για να μιλήσουμε για διαταραχή.

Πόσο διαρκεί και πότε εμφανίζεται η αλλαγή

Μια προσωρινή μείωση της επιθυμίας σε μια περίοδο έντονου στρες, πένθους, εξάντλησης, σημαντικών αλλαγών στη ζωή ή σωματικής ασθένειας δεν έχει την ίδια κλινική σημασία με μια δυσκολία που επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Έχει σημασία αν η επιθυμία απουσιάζει γενικότερα ή μειώνεται μόνο μέσα σε μια σχέση ή σε συγκεκριμένες συνθήκες. Η διάκριση δεν αποκαλύπτει μόνη της την αιτία, αλλά κατευθύνει τη διερεύνηση.

Προκαλεί προσωπική δυσφορία

Αν η χαμηλή επιθυμία δεν προκαλεί δυσφορία στο ίδιο το άτομο και δεν επιθυμεί να την αλλάξει, δεν τη θεωρούμε πρόβλημα μόνο επειδή διαφέρει από την επιθυμία άλλων.

Από πού προέρχεται η δυσφορία

Είναι χρήσιμο να καταλάβουμε αν στο άτομο λείπει μια πλευρά της σεξουαλικής του ζωής ή αν ανησυχεί κυρίως επειδή αισθάνεται ότι δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες άλλων.

Οι κοινωνικές προσδοκίες και η πίεση μέσα στη σχέση μπορούν να προκαλέσουν πραγματική δυσφορία. Χρειάζεται να ληφθούν σοβαρά υπόψη, χωρίς να θεωρείται δεδομένο ότι η λύση είναι να αυξηθεί η συχνότητα του σεξ.

Να εξεταστούν και οι σωματικοί και ψυχικοί παράγοντες

Η αξιολόγηση εξετάζει το ιστορικό, τα φάρμακα, την υγεία, τη διάθεση και τις συνθήκες ζωής. Όταν υπάρχουν ενδείξεις, περιλαμβάνει συνεργασία με τον κατάλληλο επαγγελματία υγείας.

Ο στόχος είναι να καταλάβουμε πώς συνδέονται οι παράγοντες αυτοί στη συγκεκριμένη περίπτωση και αν υπάρχει δυσκολία που το ίδιο το άτομο θέλει να αντιμετωπίσει.

Πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει όταν η αλλαγή στην επιθυμία προκαλεί δυσφορία. Η δουλειά ξεκινά με την κατανόηση του μοτίβου και στη συνέχεια προσαρμόζεται σε όσα συντηρούν τη δυσκολία.

Κατανόηση του μοτίβου της επιθυμίας

Διερευνούμε πότε άρχισε η αλλαγή, πότε εμφανίζεται η επιθυμία, τι συμβαίνει πριν και κατά τη διάρκεια μιας επαφής και τι θα ήθελε να αλλάξει το ίδιο το άτομο.

Αναγνώριση των παραγόντων που αναστέλλουν την επιθυμία

Ανάλογα με την περίπτωση, δουλεύουμε με το άγχος επίδοσης, την εικόνα σώματος, τον φόβο του πόνου ή τις πεποιθήσεις για το πώς «πρέπει» να λειτουργεί κανείς σεξουαλικά.

Λιγότερη αυτοπαρατήρηση και περισσότερη επαφή με την εμπειρία

Όταν κυριαρχεί ο έλεγχος της απόκρισης, η θεραπευτική δουλειά μπορεί να βοηθήσει το άτομο να στρέψει ξανά την προσοχή του στις αισθήσεις, στις προτιμήσεις και στα όριά του.

Αντιμετώπιση της αποφυγής με ασφάλεια

Η αποφυγή μπορεί να είναι κατανοητή, ιδίως όταν υπάρχει πίεση ή πόνος. Πρώτα εξετάζουμε τι χρειάζεται να αλλάξει ώστε η εγγύτητα να είναι ασφαλής και επιθυμητή.

Όταν το άτομο το επιθυμεί και οι συνθήκες το επιτρέπουν, μπορεί να εξερευνήσει σταδιακά μορφές αγγίγματος και εγγύτητας χωρίς απαίτηση για διείσδυση, οργασμό ή οποιαδήποτε άλλη «κατάληξη». Αν υπάρχει πόνος, προηγείται η κατάλληλη διερεύνηση.

Επικοινωνία μέσα στη σχέση

Αν η δυσκολία αφορά τη σχέση, μπορεί να βοηθήσει μια συζήτηση για την επιθυμία, τις προσδοκίες, τα όρια και τη σημασία που έχει για τον καθένα η επαφή.

Συνεργασία με άλλους επαγγελματίες υγείας

Όταν υπάρχουν ενδείξεις οργανικού παράγοντα, η ψυχοθεραπευτική δουλειά συνδυάζεται με κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση.

Ένα πρώτο βήμα είναι να καταλάβεις τι έχει αλλάξει

Αν σε δυσκολεύει η αλλαγή στην ερωτική σου επιθυμία, δεν χρειάζεται να βρεις μόνος ή μόνη σου μία γρήγορη εξήγηση.

Μπορείς να αρχίσεις παρατηρώντας:

Πότε αισθάνομαι διαθέσιμος ή διαθέσιμη για εγγύτητα; Τι μου είναι ευχάριστο και τι με πιέζει; Υπάρχει πόνος ή άλλη σωματική αλλαγή; Τι έχει αλλάξει στη ζωή ή στη σχέση μου;

Η ψυχοθεραπευτική διερεύνηση μπορεί να βοηθήσει να ξεχωρίσεις ποιοι παράγοντες έχουν σημασία για εσένα και τι χρειάζεται να αλλάξει. Όπου χρειάζεται, γίνεται και η κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση.

Αν θέλεις να συζητήσουμε τη δική σου δυσκολία, μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί μου για ένα πρώτο ραντεβού, δια ζώσης ή διαδικτυακά.

Βιβλιογραφία

[1] Basson R. Human sex-response cycles. Journal of Sex & Marital Therapy. 2001;27(1):33–43. doi:10.1080/00926230152035831. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/11224952/

[2] Janssen E, et al. The Dual Control Model of Sexual Response: A Scoping Review, 2009–2022. Journal of Sex Research. 2023;60(7):948–968. doi:10.1080/00224499.2023.2219247. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/37267113/

[3] Dewitte M, et al. Sexual Desire Discrepancy: A Position Statement of the European Society for Sexual Medicine. Sexual Medicine. 2020;8(2):121–131. doi:10.1016/j.esxm.2020.02.008. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/32192965/

[4] Mayo Clinic. Low sex drive in women: Symptoms and causes. https://www.mayoclinic.org/diseases-conditions/low-sex-drive-in-women/symptoms-causes/syc-20374554

[5] Psychological and interpersonal dimensions of sexual function and dysfunction: Recommendations from the Fifth International Consultation on Sexual Medicine. Journal of Sexual Medicine. 2025. https://pubmed.ncbi.nlm.nih.gov/39786497/

Αντωνία Ποθητού, MSc | Κλινική Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια

Απάντηση

Καλάθι αγορών
Κύλιση στην κορυφή