Όταν το «δικό μου» και το «δικό σου» καταπίνουν το «δικό μας»

Χρήματα, εξουσία και οικονομική διαχείριση μέσα στο ζευγάρι

Το καλοκαίρι τελειώνει και μαζί του, για πολλά ζευγάρια, τελειώνουν και τα χρήματα.

Οι διακοπές κόστισαν περισσότερο απ’ όσο υπολόγιζαν. Ο ένας θεωρεί ότι πλήρωσε τα περισσότερα. Ο άλλος νιώθει ότι στερήθηκε πράγματα για να μη δημιουργήσει πρόβλημα. Κάποιος ήθελε να ξεκουραστεί χωρίς να μετράει κάθε έξοδο και κάποιος άλλος δεν μπορούσε να σταματήσει να σκέφτεται τι θα απομείνει όταν επιστρέψουν. Και κάπου ανάμεσα σε εισιτήρια, φαγητά, λογαριασμούς και μικρές καθημερινές αγορές, εμφανίζονται φράσεις όπως:

«Εγώ πλήρωσα τα περισσότερα».

«Εσύ ήθελες να πάμε εκεί».

«Δεν γίνεται να πληρώνω συνέχεια εγώ».

«Αφού βγάζεις περισσότερα, γιατί τα μοιραζόμαστε όλα στη μέση;»

«Δεν ξέρεις να διαχειρίζεσαι τα χρήματά σου».

«Για κάθε ευρώ που ξοδεύω πρέπει να δίνω αναφορά;»

Επιφανειακά, μοιάζει σαν ένας ακόμη καβγάς για τα χρήματα.

Στην πραγματικότητα, όμως, τα περισσότερα ζευγάρια δεν μαλώνουν μόνο για το ποσό που ξοδεύτηκε. Μαλώνουν για το αν ο ένας σκέφτηκε τον άλλον. Για το αν η επιβάρυνση μοιράστηκε δίκαια. Για το ποιος αποφασίζει. Για το ποιος στερείται περισσότερο. Για το αν μπορούν να βασιστούν ο ένας στον άλλον. Για το αν είναι πραγματικά μαζί ή αν ζουν σαν δύο άνθρωποι που κρατούν συνεχώς λογαριασμό για το ποιος έδωσε τι.

Γιατί το χρήμα μέσα σε μια σχέση δεν είναι ποτέ μόνο χρήμα.

Μπορεί να είναι ασφάλεια. Ελευθερία. Φροντίδα. Αναγνώριση. Φόβος. Εξάρτηση. Έλεγχος. Ακόμη και ένας σιωπηλός τρόπος να αποφασίζεται ποιος έχει μεγαλύτερη αξία και ποιος δικαιούται να έχει τον τελευταίο λόγο.

Γι’ αυτό και η οικονομική διαχείριση ενός ζευγαριού δεν αφορά μόνο το αν διαθέτει κοινό λογαριασμό ή αν μοιράζει τα έξοδα στη μέση. Αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οι δύο σύντροφοι αντιλαμβάνονται το «μαζί».

Δεν μαλώνουμε μόνο για τα χρήματα, αλλά για όσα σημαίνουν

Δύο άνθρωποι μπορεί να κοιτούν το ίδιο ποσό και να βλέπουν εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Για τον έναν, τα χρήματα μπορεί να σημαίνουν ασφάλεια: «Αν έχουμε κάτι στην άκρη, τίποτα δεν μπορεί να μας διαλύσει».

Για τον άλλον, μπορεί να σημαίνουν ελευθερία: «Θέλω να μπορώ να ζήσω χωρίς να ζητάω άδεια».

Για κάποιον που μεγάλωσε με οικονομική στέρηση, μια απρόβλεπτη δαπάνη μπορεί να ενεργοποιεί έντονο φόβο. Για κάποιον που μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου η αγάπη εκφραζόταν κυρίως μέσα από δώρα και παροχές, η απροθυμία του συντρόφου να ξοδέψει μπορεί να βιώνεται ως αδιαφορία. Ένας άνθρωπος μπορεί να χρησιμοποιεί την κατανάλωση για να νιώθει ότι απολαμβάνει τη ζωή, ενώ ο σύντροφός του να βιώνει την ίδια συμπεριφορά ως ανευθυνότητα και απειλή για το κοινό τους μέλλον.

Έτσι, ο ένας λέει «θέλω να κάνουμε οικονομία» και εννοεί «θέλω να αισθανθώ ασφαλής».

Ο άλλος ακούει «δεν δικαιούσαι να χαρείς».

Ο ένας λέει «δεν θέλω να δίνω λογαριασμό για όσα ξοδεύω» και εννοεί «φοβάμαι ότι θα χάσω την αυτονομία μου».

Ο άλλος ακούει «δεν σε υπολογίζω στις αποφάσεις μου».

Ο ένας προσφέρει χρήματα επειδή έτσι έχει μάθει να φροντίζει. Ο άλλος δυσκολεύεται να τα δεχτεί, επειδή έχει μάθει ότι κάθε βοήθεια δημιουργεί μια υποχρέωση που αργότερα θα του ζητηθεί να εξοφλήσει.

Γι’ αυτό, πριν συζητήσει ένα ζευγάρι πώς θα διαχειριστεί τα χρήματά του, χρειάζεται να καταλάβει τι αντιπροσωπεύουν αυτά για τον καθένα. Τι έμαθε να φοβάται; Πότε αισθάνεται ασφαλής; Τι σημαίνει για εκείνον οικονομική φροντίδα; Τι βιώνει ως περιορισμό; Τι θεωρεί αυτονόητο και τι αδιανόητο;

Η έρευνα δείχνει ότι τα χρήματα δεν είναι απαραίτητα το συχνότερο θέμα σύγκρουσης σε όλες τις σχέσεις. Όταν όμως τα ζευγάρια συγκρούονται γι’ αυτά, οι διαφωνίες τείνουν να είναι πιο έντονες, να διαρκούν περισσότερο και να επιλύονται δυσκολότερα από πολλές άλλες συγκρούσεις. Αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή ένας οικονομικός καβγάς συχνά κουβαλά πολύ περισσότερα από έναν αριθμό: εμπιστοσύνη, δικαιοσύνη, ασφάλεια, εξουσία και προσδοκίες για το κοινό μέλλον.

Όταν το ζευγάρι αρχίζει να λειτουργεί σαν λογιστικό βιβλίο

Η διαφάνεια είναι απαραίτητη. Η λογιστική καταμέτρηση της αγάπης δεν είναι.

Είναι υγιές να γνωρίζουν και οι δύο τι ξοδεύουν, να μοιράζουν τις υποχρεώσεις και να τηρούν τις συμφωνίες τους. Η σχέση, όμως, γίνεται συναλλακτική όταν κάθε προσφορά καταγράφεται σαν απαίτηση που θα πρέπει αργότερα να εξοφληθεί:

«Εγώ πλήρωσα τις διακοπές, άρα εσύ πρέπει να κάνεις αυτό που θέλω».

«Εγώ σε βοήθησα όταν δεν είχες δουλειά, επομένως μου χρωστάς».

«Αφού βάζω περισσότερα χρήματα, δικαιούμαι να αποφασίζω».

Σε μια τέτοια δυναμική, η οικονομική συνεισφορά παύει να είναι συμμετοχή στην κοινή ζωή και γίνεται μέσο απόκτησης πλεονεκτήματος. Η σχέση δεν οργανώνεται πλέον γύρω από το «τι χρειαζόμαστε;», αλλά γύρω από το «ποιος έδωσε περισσότερο;» και «ποιος χρωστάει σε ποιον;».

Αυτό δεν σημαίνει ότι σε μια υγιή σχέση δεν υπάρχουν όρια. Το «μαζί» δεν σημαίνει ότι ο ένας οφείλει να καλύπτει επ’ αόριστον την ανευθυνότητα του άλλου. Δεν σημαίνει ότι αγνοούμε κρυφά χρέη, παρορμητικές δαπάνες, τζόγο, συστηματική αθέτηση συμφωνιών ή άρνηση ανάληψης οποιασδήποτε ευθύνης.

Το αντίθετο της συναλλαγής δεν είναι η αυτοθυσία. Είναι η συνεργασία.

Στη συνεργασία, και οι δύο αναγνωρίζουν ότι οι αποφάσεις του ενός επηρεάζουν τον άλλον. Δεν μετρούν διαρκώς την προσφορά για να εξασφαλίσουν ότι δεν έδωσαν ούτε ένα ευρώ ή μία ώρα παραπάνω. Μπορούν, όμως, να πουν «αυτό δεν είναι πλέον δίκαιο για μένα» χωρίς να κατηγορηθούν ότι δεν αγαπούν αρκετά.

Χρήμα, εξουσία και έλεγχος

Τα χρήματα προσφέρουν πραγματική δύναμη. Δίνουν πρόσβαση σε στέγη, μετακίνηση, περίθαλψη, κοινωνική ζωή, εκπαίδευση και δυνατότητα αποχώρησης από μια σχέση. Επομένως, όταν συγκεντρώνονται αποκλειστικά στα χέρια του ενός, μπορεί να δημιουργηθεί μια πολύ πραγματική ανισορροπία εξουσίας.

Μερικές φορές αυτή εμφανίζεται με φράσεις που έχουν σχεδόν κανονικοποιηθεί:

«Εγώ τα πληρώνω, άρα εγώ αποφασίζω».

«Με δικά μου χρήματα ζεις».

«Αν δεν σου αρέσει, να φύγεις, αλλά πού θα πας;»

«Δεν χρειάζεται να δουλεύεις. Εγώ θα σου δίνω ό,τι χρειάζεσαι».

Το τελευταίο μπορεί να ακούγεται σαν φροντίδα. Η διαφορά βρίσκεται στο αν ο άνθρωπος που το δέχεται εξακολουθεί να έχει φωνή, πρόσβαση, επιλογές και δυνατότητα να αλλάξει γνώμη. Η στήριξη γίνεται έλεγχος όταν χρησιμοποιείται για να περιοριστεί η αυτονομία του άλλου.

Οικονομικός έλεγχος μπορεί να υπάρχει όταν ένας σύντροφος:

  • απαιτεί αναφορά για κάθε μικρή δαπάνη, ενώ ο ίδιος δεν λογοδοτεί,
  • στερεί ή περιορίζει την πρόσβαση σε λογαριασμούς και κάρτες,
  • εμποδίζει τον άλλον να εργαστεί ή υπονομεύει την εργασία του,
  • παρακρατεί χρήματα για βασικές ανάγκες,
  • δημιουργεί χρέη στο όνομα του άλλου,
  • ελέγχει μονομερώς όλα τα περιουσιακά στοιχεία,
  • απειλεί ότι θα διακόψει κάθε οικονομική στήριξη,
  • χρησιμοποιεί τα χρήματα για να εξασφαλίσει υπακοή ή να δυσκολέψει μια πιθανή αποχώρηση.

Εδώ χρειάζεται μια σαφής διάκριση. Δεν είναι κάθε καβγάς για τα χρήματα οικονομική κακοποίηση. Η οικονομική κακοποίηση αφορά ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο στο οποίο τα χρήματα και οι υλικοί πόροι χρησιμοποιούνται για να περιοριστεί η ελευθερία, η ανεξαρτησία και η δυνατότητα επιλογής του άλλου. Η διεθνής βιβλιογραφία τη συνδέει με σοβαρές οικονομικές, ψυχολογικές και σωματικές επιπτώσεις για τα άτομα που την υφίστανται.

Η βασική αρχή είναι απλή:

Η οικονομική στήριξη δεν αγοράζει εξουσία πάνω στον άνθρωπο που τη δέχεται.

Οι οικονομικές ιστορίες που φέρνουμε από τις οικογένειές μας

Κανείς δεν μπαίνει σε μια σχέση με ουδέτερη στάση απέναντι στα χρήματα. Ακόμη κι αν δεν το αντιλαμβάνεται, φέρνει μαζί του τις εικόνες, τους φόβους και τους κανόνες της οικογένειας μέσα στην οποία μεγάλωσε.

Μπορεί να έμαθε ότι «τα χρήματα δεν φτάνουν ποτέ» ή ότι δεν επιτρέπεται να μιλάμε γι’ αυτά. Μπορεί να θυμάται τους γονείς του να μαλώνουν κάθε φορά που ερχόταν ένας λογαριασμός. Να έμαθε ότι όποιος πληρώνει έχει τον τελευταίο λόγο. Ότι ο άνδρας πρέπει πάντοτε να κερνάει. Ότι η γυναίκα πρέπει να έχει κρυφά λίγα χρήματα στην άκρη «για ώρα ανάγκης». Ότι η απόλαυση είναι σπατάλη. Ότι η οικονομική βοήθεια είναι απόδειξη αγάπης. Ή ότι όποιος χρειάζεται βοήθεια είναι αδύναμος και ανεπαρκής.

Αυτές οι πεποιθήσεις μπορεί να παραμένουν αόρατες μέχρι δύο άνθρωποι να προσπαθήσουν να χτίσουν κοινή ζωή.

Τότε ο ένας αισθάνεται ασφαλής μόνο αν αποταμιεύει, ενώ ο άλλος νιώθει ότι η ζωή περνά χωρίς να τη χαίρονται. Ο ένας θεωρεί αυτονόητο να στηρίζει οικονομικά τους γονείς του, ενώ ο άλλος το βιώνει σαν εγκατάλειψη της κοινής τους προτεραιότητας. Ο ένας βλέπει μια ακριβή αγορά ως επιβράβευση για τη σκληρή δουλειά του, ενώ ο άλλος βλέπει έναν κίνδυνο που δεν συζητήθηκε.

Δεν αντιδρούμε, λοιπόν, μόνο σε αυτό που κάνει σήμερα ο σύντροφός μας. Συχνά αντιδρούμε και σε όσα έχουμε ζήσει πολύ πριν τον γνωρίσουμε.

Η κατανόηση αυτής της ιστορίας δεν καταργεί την ευθύνη. Δεν σημαίνει ότι κάθε συμπεριφορά δικαιολογείται επειδή «έτσι έμαθα». Βοηθά, όμως, το ζευγάρι να φύγει από τις ταμπέλες «είσαι τσιγκούνης», «είσαι σπάταλη», «είσαι αχάριστος» και να συζητήσει τι πραγματικά φοβάται ή χρειάζεται ο καθένας.

Η οικονομική ανισότητα δεν πρέπει να γίνεται ανισότητα αξίας

Σε μια μακροχρόνια σχέση είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν θα κερδίζουν πάντοτε και οι δύο το ίδιο. Μπορεί να υπάρξει ανεργία, ασθένεια, μητρότητα, φροντίδα παιδιών ή ηλικιωμένων, αλλαγή καριέρας, σπουδές, μείωση ωραρίου ή μια επαγγελματική ευκαιρία που απαιτεί από τον έναν να υποχωρήσει προσωρινά για να προχωρήσει ο άλλος.

Η προσωρινή ή μόνιμη διαφορά εισοδήματος δεν πρέπει να μετατρέπεται σε διαφορά αξιοπρέπειας.

Ο άνθρωπος που συνεισφέρει περισσότερα χρήματα δεν αγοράζει μεγαλύτερη εξουσία, τον τελευταίο λόγο ή ανοχή σε κακή συμπεριφορά. Αντίστοιχα, ο άνθρωπος που κερδίζει λιγότερα δεν γίνεται αυτομάτως ανεύθυνος, εξαρτημένος ή λιγότερο σημαντικός.

Το εισόδημα είναι ένας τρόπος συνεισφοράς στην κοινή ζωή. Δεν είναι ο μοναδικός.

Η εργασία που δεν πληρώνεται παραμένει εργασία

Ποιος φροντίζει τα παιδιά; Ποιος μαγειρεύει, καθαρίζει και οργανώνει το σπίτι; Ποιος θυμάται τα ραντεβού, τα φάρμακα, τους λογαριασμούς, τις σχολικές υποχρεώσεις και όσα χρειάζεται να αγοραστούν; Ποιος παίρνει άδεια όταν αρρωσταίνει το παιδί; Ποιος μετακινήθηκε για την καριέρα του άλλου; Ποιος περιόρισε τις ώρες εργασίας του και, μαζί με αυτές, το σημερινό εισόδημα, την επαγγελματική εξέλιξη και τη μελλοντική του σύνταξη;

Αν μετρήσουμε μόνο τον μισθό, κινδυνεύουμε να εμφανίσουμε ως «λιγότερο συνεισφέροντα» τον άνθρωπο που κρατά λειτουργική ολόκληρη την καθημερινότητα της οικογένειας.

Η απλήρωτη φροντίδα έχει οικονομική αξία, ακόμη κι αν δεν κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό. Επιτρέπει στον άλλο σύντροφο να εργάζεται περισσότερο, να εξελίσσεται ή να ξεκουράζεται. Γι’ αυτό μια δίκαιη οικονομική συμφωνία δεν μπορεί να εξετάζει μόνο ποιος φέρνει περισσότερα χρήματα στο σπίτι. Χρειάζεται να εξετάζει ποιος προσφέρει χρόνο, κόπο, διαθεσιμότητα και ποιες ευκαιρίες έχει στερηθεί για να λειτουργήσει η κοινή ζωή.

Το 50–50 είναι πάντα δίκαιο;

Το «τα μοιραζόμαστε όλα στη μέση» ακούγεται αντικειμενικό και ισότιμο. Δεν είναι, όμως, αυτομάτως δίκαιο.

Αν ο ένας κερδίζει 3.000 ευρώ και ο άλλος 900, το ίδιο ποσό έχει τελείως διαφορετικό βάρος για τον καθένα. Μια δαπάνη μπορεί να αφήνει τον πρώτο με άνεση και τον δεύτερο χωρίς χρήματα για προσωπικές ανάγκες, αποταμίευση ή ακόμη και τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει κάτι απρόβλεπτο.

Το 50–50 μπορεί να είναι απολύτως λειτουργικό όταν τα εισοδήματα και οι υπόλοιπες επιβαρύνσεις είναι παρόμοιες και όταν και οι δύο το επιλέγουν πραγματικά. Μπορεί, όμως, να γίνει ένας τρόπος να κρύβεται η ανισότητα πίσω από μια φαινομενική αριθμητική ισότητα.

Δίκαιη συμμετοχή μπορεί να σημαίνει:

  • ίση καταβολή, όταν οι οικονομικές δυνατότητες είναι αντίστοιχες,
  • αναλογική συνεισφορά βάσει εισοδήματος,
  • κοινό προϋπολογισμό και αντίστοιχο προσωπικό διαθέσιμο ποσό για τον καθένα,
  • διαφορετική οικονομική συμμετοχή όταν ο ένας αναλαμβάνει μεγαλύτερο μέρος της φροντίδας,
  • μεγαλύτερη συνεισφορά του ενός για ένα διάστημα και επανεξέταση όταν αλλάξουν οι συνθήκες.

Δεν υπάρχει ένας μαθηματικός τύπος που να είναι δίκαιος για όλα τα ζευγάρια. Υπάρχει, όμως, ένα βασικό κριτήριο: μπορούν και οι δύο να συζητήσουν τη συμφωνία χωρίς φόβο, ντροπή ή εκβιασμό; Και τους επιτρέπει αυτή η συμφωνία να ζουν με αξιοπρέπεια και σχετική προσωπική αυτονομία;

Η σωστή ερώτηση δεν είναι μόνο «δώσαμε ακριβώς το ίδιο ποσό;». Είναι:

Επιβαρυνθήκαμε και οι δύο με έναν τρόπο που είναι βιώσιμος και δίκαιος;

Προσωπική αυτονομία χωρίς οικονομική μυστικότητα

Το να είναι ένα ζευγάρι «μαζί» δεν σημαίνει ότι κάθε προσωπικό έξοδο χρειάζεται έγκριση. Ένας ενήλικος άνθρωπος χρειάζεται να διατηρεί έναν βαθμό οικονομικής αυτονομίας, ακόμη κι όταν μοιράζεται τη ζωή και τις ευθύνες του με κάποιον.

Η ιδιωτικότητα, όμως, δεν είναι το ίδιο με την απόκρυψη.

Δεν χρειάζεται ο σύντροφος να γνωρίζει πόσο κόστισε κάθε καφές ή να εγκρίνει κάθε μικρή αγορά. Χρειάζεται όμως να γνωρίζει όσα μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την κοινή ζωή: σημαντικά χρέη, δάνεια, απλήρωτους λογαριασμούς, τζόγο, κρυφές πιστωτικές κάρτες, μεγάλες αγορές ή συστηματική οικονομική βοήθεια προς τρίτους.

Όταν κάποιος αποκρύπτει οικονομικές αποφάσεις που εκθέτουν και τον σύντροφό του σε συνέπειες, συχνά μιλάμε για «οικονομική απιστία». Το τραύμα δεν προέρχεται μόνο από το χαμένο ποσό. Προέρχεται από τη ρήξη της εμπιστοσύνης και από τη διαπίστωση ότι η κοινή πραγματικότητα δεν ήταν πραγματικά κοινή.

Από την άλλη πλευρά, η απαίτηση πλήρους επιτήρησης κάθε κίνησης δεν είναι διαφάνεια. Είναι έλεγχος.

Η υγιής ισορροπία βρίσκεται ανάμεσα στα δύο: επαρκής ειλικρίνεια για όσα επηρεάζουν τη σχέση και επαρκής ελευθερία ώστε κανείς να μη νιώθει ότι πρέπει να ζητά άδεια για να υπάρχει ως ξεχωριστός άνθρωπος.

Κοινός λογαριασμός ή χωριστά χρήματα;

Δεν υπάρχει μία τραπεζική ρύθμιση που να εγγυάται μια υγιή σχέση.

Ένας κοινός λογαριασμός μπορεί να εκφράζει εμπιστοσύνη και κοινό σχεδιασμό, αλλά μπορεί επίσης να χρησιμοποιείται για έλεγχο. Οι χωριστοί λογαριασμοί μπορεί να προστατεύουν την αυτονομία, αλλά μπορεί επίσης να διατηρούν μια απόσταση στην οποία κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά τι συμβαίνει στην οικονομική ζωή του άλλου.

Ορισμένες μελέτες έχουν συνδέσει την κοινή οικονομική διαχείριση με μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη σχέση, ενώ η απολύτως ανεξάρτητη διαχείριση έχει συσχετιστεί, σε ορισμένα δείγματα, με χαμηλότερη ικανοποίηση και λιγότερο συνεργατικούς τρόπους επίλυσης των συγκρούσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο κοινός λογαριασμός προκαλεί από μόνος του ευτυχία. Είναι πιθανό τα ζευγάρια που έχουν ήδη μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, δέσμευση και κοινή αντίληψη να επιλέγουν ευκολότερα να ενώσουν μέρος των οικονομικών τους.

Για πολλά ζευγάρια μια λειτουργική λύση είναι ένα μεικτό σύστημα:

  • κοινός λογαριασμός για τα έξοδα και τους κοινούς στόχους,
  • συμφωνημένη, ενδεχομένως αναλογική, συνεισφορά,
  • προσωπικός λογαριασμός για τον καθένα,
  • ένα ποσό που μπορεί να διαθέτει ο καθένας χωρίς έλεγχο ή απολογία,
  • κοινή απόφαση για μεγάλες αγορές, δάνεια και δεσμεύσεις.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι υποχρεωτικά «όλα κοινά». Είναι κοινή ευθύνη χωρίς κατάργηση της προσωπικής ελευθερίας.

Όταν οι οικογένειες προέλευσης μπαίνουν στο κοινό πορτοφόλι

Στην ελληνική πραγματικότητα, τα οικονομικά ενός ζευγαριού σπάνια αφορούν μόνο δύο ανθρώπους. Γονείς μπορεί να βοηθούν με το ενοίκιο, την αγορά κατοικίας ή τη φροντίδα των παιδιών. Ταυτόχρονα, το ζευγάρι μπορεί να στηρίζει ηλικιωμένους γονείς, άνεργα αδέλφια ή άλλους συγγενείς.

Η αλληλεγγύη προς την οικογένεια είναι πολύτιμη. Χρειάζεται, όμως, όρια όταν επηρεάζει τους πόρους και τις αποφάσεις της κοινής ζωής.

Μερικά ερωτήματα που συχνά αποφεύγονται είναι:

  • Μέχρι ποιο ποσό μπορεί ο καθένας να βοηθά χωρίς να προηγείται συζήτηση;
  • Τι γίνεται όταν η οικονομική βοήθεια προς τους γονείς στερεί χρήματα από βασικές ανάγκες ή κοινούς στόχους;
  • Μπορεί κάποιος να δανείζει συστηματικά χωρίς να ενημερώνει τον σύντροφό του;
  • Όταν οι γονείς προσφέρουν χρήματα στο ζευγάρι, θεωρούν ότι αγοράζουν και δικαίωμα παρέμβασης;
  • Είναι πράγματι «δώρο» μια παροχή που συνοδεύεται από υποχρέωση, ενοχή ή έλεγχο;

Η βοήθεια που απαιτεί υπακοή δεν είναι ουδέτερη βοήθεια. Και η δέσμευση προς την πατρική οικογένεια δεν μπορεί να θεωρείται πάντοτε αυτονόητα σημαντικότερη από τις ανάγκες της σχέσης που έχει δημιουργηθεί.

Πώς μοιάζει μια υγιής οικονομική διαχείριση μέσα στο ζευγάρι;

Δεν υπάρχει ένα μοντέλο κατάλληλο για όλους. Υπάρχουν, όμως, ορισμένα χαρακτηριστικά που συναντώνται σε μια υγιέστερη οικονομική συνεργασία.

1. Υπάρχει διαφάνεια για τα ουσιώδη

Και οι δύο γνωρίζουν τα εισοδήματα, τα σημαντικά χρέη, τις οικονομικές υποχρεώσεις και όσα μπορεί να επηρεάσουν την κοινή τους ζωή. Κανείς δεν χρειάζεται να ανακαλύπτει τυχαία μια πραγματικότητα που τον αφορά άμεσα.

2. Οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται μονομερώς

Όποιος κερδίζει περισσότερα δεν αποκτά περισσότερες ψήφους. Οι σημαντικές αποφάσεις συζητούνται, επειδή οι συνέπειές τους θα επηρεάσουν και τους δύο.

3. Η συμφωνία είναι δίκαιη και μπορεί να αναθεωρηθεί

Η ζωή αλλάζει. Τα εισοδήματα, η υγεία, η εργασία και οι ευθύνες φροντίδας αλλάζουν επίσης. Μια συμφωνία που ήταν δίκαιη πριν από τρία χρόνια μπορεί σήμερα να επιβαρύνει υπερβολικά τον έναν.

4. Υπάρχει προσωπικός οικονομικός χώρος

Και οι δύο έχουν, όσο το επιτρέπουν οι συνθήκες, πρόσβαση σε ένα προσωπικό ποσό και δεν χρειάζεται να απολογούνται για κάθε μικρή επιλογή. Η οικονομική αυτονομία προστατεύει την αξιοπρέπεια· δεν απειλεί το «μαζί».

5. Αναγνωρίζονται όλες οι μορφές συνεισφοράς

Το ζευγάρι δεν μετρά μόνο ποιος έφερε περισσότερα χρήματα, αλλά και ποιος πρόσφερε χρόνο, φροντίδα, οργάνωση και επαγγελματικές υποχωρήσεις.

6. Υπάρχει κοινός σχεδιασμός

Οι δύο σύντροφοι συζητούν τι θέλουν να χτίσουν: ένα αποθεματικό ασφαλείας, μια κατοικία, διακοπές, σπουδές, παιδιά ή περισσότερο ελεύθερο χρόνο. Ο κοινός προϋπολογισμός δεν είναι μόνο περιορισμός· είναι ένας τρόπος να υπηρετούν συνειδητά όσα έχουν αξία και για τους δύο.

7. Οι οικονομικές συζητήσεις δεν γίνονται μόνο μέσα στον καβγά

Όταν το ζευγάρι μιλά για χρήματα αποκλειστικά μετά από μια υπερβολική δαπάνη ή όταν έχει ήδη φτάσει ένας απλήρωτος λογαριασμός, η συζήτηση ξεκινά φορτισμένη. Είναι πολύ πιο λειτουργικό να υπάρχει ένας τακτικός, ήρεμος χρόνος για ενημέρωση και αναπροσαρμογή.

Μια συζήτηση που αξίζει να κάνει κάθε ζευγάρι

Η συζήτηση μπορεί να ξεκινήσει όχι με κατηγορίες, αλλά με ερωτήσεις:

  • Τι σημαίνουν για τον καθένα μας τα χρήματα;
  • Ποιος είναι ο μεγαλύτερος οικονομικός μας φόβος;
  • Πότε αισθανόμαστε ασφαλείς και πότε περιορισμένοι;
  • Τι θεωρούμε κοινό και τι προσωπικό έξοδο;
  • Γνωρίζουμε πραγματικά τα χρέη και τις υποχρεώσεις ο ένας του άλλου;
  • Πώς θα μοιράζαμε τα έξοδα αν το εισόδημα του ενός μειωνόταν σημαντικά;
  • Πώς υπολογίζουμε την εργασία φροντίδας μέσα στη συνολική συνεισφορά;
  • Ποιο ποσό μπορεί να διαθέτει ο καθένας χωρίς προηγούμενη συνεννόηση;
  • Για ποιες αποφάσεις χρειάζεται οπωσδήποτε κοινή συμφωνία;
  • Ποιοι είναι οι κοινοί μας οικονομικοί στόχοι και ποιοι οι προσωπικοί;
  • Πώς και μέχρι ποιο σημείο βοηθάμε τις οικογένειές μας;
  • Πότε θα επανεξετάζουμε όσα συμφωνήσαμε;

Ο στόχος δεν είναι να απαντήσουν και οι δύο ακριβώς το ίδιο. Είναι να μπορέσουν να ακούσουν τη διαφορά χωρίς να προσπαθήσουν αμέσως να αποδείξουν ποιος έχει δίκιο.

Το «μαζί» δεν μετριέται μόνο σε ευρώ

Μια σχέση δεν είναι υγιής επειδή δεν υπάρχουν οικονομικές δυσκολίες. Είναι υγιής όταν οι δυσκολίες δεν μετατρέπουν τους δύο ανθρώπους σε αντιπάλους.

Όταν κανείς δεν χρειάζεται να αγοράζει τη θέση του μέσα στη σχέση. Όταν η μεγαλύτερη οικονομική συνεισφορά δεν δίνει μεγαλύτερη εξουσία και η μικρότερη δεν αφαιρεί αξιοπρέπεια. Όταν η φροντίδα δεν καταγράφεται ως χρέος και η στήριξη δεν προσφέρεται με αντάλλαγμα την υποταγή.

Το «μαζί» δεν σημαίνει ότι καταργείται το «δικό μου» και το «δικό σου». Σημαίνει ότι κανείς δεν προστατεύει το δικό του καταστρέφοντας το κοινό. Ότι ο ένας μπορεί να χρειαστεί κάποτε να κρατήσει περισσότερο βάρος χωρίς να χρησιμοποιήσει αργότερα αυτή την προσφορά ως όπλο. Και ότι και οι δύο έχουν δικαίωμα στη γνώση, στη φωνή, στην ασφάλεια και στην προσωπική ελευθερία.

Γιατί, στο τέλος, η υγιής οικονομική διαχείριση δεν φαίνεται από το αν ένα ζευγάρι έχει έναν ή τρεις λογαριασμούς. Φαίνεται από το αν μπορεί να αντιμετωπίζει το πρόβλημα χωρίς να μετατρέπει τον σύντροφο σε πρόβλημα. Από το αν, όταν η ζωή δυσκολεύει, δεν αναζητά ποιος φταίει ή ποιος χρωστάει περισσότερο, αλλά πώς θα σταθεί ο ένας δίπλα στον άλλον χωρίς να χαθεί κανείς από τους δύο.


Αντωνία Ποθητού, MSc | MBA
Κλινική Ψυχολόγος | Σεξολόγος | Ψυχοθεραπεύτρια CBT

Βιβλιογραφικές αναφορές

Addo, F. R., & Sassler, S. (2010). Financial arrangements and relationship quality in low-income couples. Family Relations, 59(4), 408–423.

Johnson, L., Chen, Y., Stylianou, A., & Arnold, A. (2022). Examining the impact of economic abuse on survivors of intimate partner violence: A scoping review. BMC Public Health, 22, Article 1014.

Papp, L. M., Cummings, E. M., & Goeke-Morey, M. C. (2009). For richer, for poorer: Money as a topic of marital conflict in the home. Family Relations, 58(1), 91–103.

Peetz, J., Meloff, Z., & Royle, C. (2023). When couples fight about money, what do they fight about? Journal of Social and Personal Relationships, 40(11), 3723–3751.

van Raaij, W. F., & Antonides, G. (2020). The benefits of joint and separate financial management of couples. Journal of Economic Psychology, 80, Article 102313.

Απάντηση

Καλάθι αγορών
Κύλιση στην κορυφή